Friday, 9 December 2016

Tο άστρο της Ανατολής

...και το δικό μας σκοτάδι


Καθώς το Άστρο της Ανατολής λάμπει και διαπερνά τις σκοτεινές και δύσκολες καταστάσεις του κάθε ανθρώπου, φωτίζει την προσωπική μας συνείδηση. Εντούτοις, πολύ συχνά το φως αυτού του Αστέρα δεν μπορεί να εισέλθει στο δικό μας σκοτάδι, διότι το εμποδίζει το αστραφτερό περιτύλιγμα της ψευδαίσθησης, η περιβολή της ματαιότητας, που  κυριαρχεί στη ζωή μας. Όμως, αυτή η λάμψη δεν λάμπει αιώνια. Στο τέλος, θα έλθει η στιγμή της αλήθειας, όπου η επιφανειακή λάμψη θα χαθεί και θα αποκαλυφθεί το σκοτάδι της προσωπικής μας ζωής. Τούτο συμβαίνει, όταν ο πόνος εμφανίζεται στη ζωή μας και το υποφέρειν γίνεται μια αναπόφευκτη εμπειρία. Για να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτόν τον πόνο, θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ανθρώπινες δυνάμεις μας, οι οποίες με τον καιρό θα ξεθωριάσουν και τότε θα συνειδητοποιήσουμε την αδυναμία μας. Αυτή είναι η στιγμή της ανθρώπινης αλήθειας!

Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, ο Υιός του Ανθρώπου θα έλθει στο σπήλαιό μας, το γεμάτο πόνο και μοναξιά, και θα αποκαλύψει την εικόνα του Θεού η οποία βρίσκεται στην ουσία κάθε ανθρώπινης ψυχής. Καθώς μας φανερώνει την αγάπη του Πατέρα, ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, θα μας αναζωογονήσει με την πνοή της Ζωής, μεταμορφώνοντας τις στιγμές του πόνου και του σκότους μας σε στιγμές πλήρεις χαράς και φωτός. Επιστρέφοντας σε μια ζωή αγάπης και ταπεινοσύνης, θα είμαστε μέτοχοι μιας έντονης σχέσης με τον Θεό, ως παιδιά και κληρονόμοι της Βασιλείας Του. Διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις που έχουμε δημιουργήσει, θα ζήσουμε ως αληθινές και ελεύθερες υπάρξεις, εντός της αιώνιας αλήθειας η οποία κρύβεται στα θεία μυστήρια του Θεού.

Όσοι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν αυτή τη στιγμή της αλήθειας, όσοι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους παιδιά του Θεού, θα στερηθούν την ζεστασιά και την χαρά της άκρας ταπεινοσύνης. Το σκοτάδι και ο πόνος της ύπαρξής τους θα είναι αφόρητα.

Πρωτοπρ. Δρ. Σταύρος Κοφινάς

Wednesday, 7 December 2016

«Ού παρανομούμεν δια δέος μάλλον»

Θέλων να εξυμνήσει το Δημοκρατικό Πολίτευμα των Αθηναίων ο Περικλής, στον επικήδειο λόγο του πρός τους πεσόντες στρατιώτες Αθηναίους, κατά τους πελοποννησιακούς πολέμους, είπε και τα εξής: «ού παρανομούμεν δια δέος μάλλον».

Δηλαδή δεν παρανομούμεν έναντι των νόμων της πολιτείας, όχι από φόβο αλλά από σεβασμό πρός αυτούς. Μέσα στα λόγια αυτά αναφέρεται η λέξη δέος που δεν είναι τίποτε άλλο από τον σεβασμό στην πολιτεία που έχει νομοθετήσει νόμους και στους οποίους όλοι οι πολίτες οφείλουν να υπακούουν. 

΄Ετσι και μόνο εξηγείται το δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο στο πέρασμα των αιώνων, έχει αποδειχθεί το καλύτερο μέχρι σήμερα που έχει χρησιμοποιηθεί παγκοσμίως.

Το πολίτευμα αυτό όμως για να εφαρμοσθεί χρειάζεται ο σεβασμός πρός τους νόμους που ψηφίζει η ολομέλεια της Βουλής των αντιπροσώπων και αυτό προυποθέτει παιδεία από μέρους των πολιτών.

Σεβασμός λοιπόν προς κάθε τι που νομοθετείται από την πλειονότητα των πολιτών προυποθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης και αγάπης σε ότι είναι ωραίο και ως εκ το
ύτου ακμαίο να αγκαλιάζει όλους τους συμπολίτες. Είναι ο σεβασμός που καταδεικνύει το επίπεδο πολιτισμού που επικρατεί σε κάθε χώρα που πιστά εφαρμόζεται το «ου παρανομούμεν δια δέος μάλλον».

Και τώρα ας έλθουμε στην περίφημη επίσκεψη στην Αθήνα του
Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ομπάμα, η οποία κατέδειξε τον άνδρα, ο οποίος όχι μόνο έχει μελετήσει το Δημοκρατικό Πολίτευμα από την γέννησή του αλλά και μέχρι σήμερα. Λάτρης και Υμνιστής του Δημοκρατικού Πολιτεύματος θέλησε στο τέλος της προεδρικής θητείας του να καταθέσει στέφανο τιμής και αγάπης στον τόπο που γέννησε το Πολίτευμα αυτό.

Και μίλησε και είπε λόγια μπροστά σε ελληνικό ακροατήριο ξεσηκώνοντας όρθιους όλους να τον χειροκροτούν, πολλοί δε από το ακροατήριο ονόμαζαν τον Ομπάμα νέο Περικλή. Τέτοια αγάπη και αφοσίωση στο Δημοκρατικό Πολίτευμα ομολόγησε
, φανερώνοντας την παιδεία που έλαβε από τα σπουδαία σχολεία που έχει περάσει, και πραγματώνοντας στην προεδρική του θητεία το φρόνημά του.

Ας ευχηθούμε ολόψυχα η σταδιοδρομία αυτού του σώφρονα ηγέτη να γίνει πρότυπο στην παγκόσμια πολιτική, προς μίμηση των νεωτέρων. 

Νικόλαος Πούλιος
Ομότιμος Αρχιγραμματέας Ι.Α. Θυατείρων & Μ.Β.

Tuesday, 6 December 2016

Η κυρά της Ρω

Παράδειγμα προς μίμηση σε δύσκολους καιρούς

Καθημερινά πλέον γίνονται ατελείωτες συζητήσεις για την σκληρή πραγματικότητα που ζει η Ελλάδα: οι περισσότεροι νέοι -και όχι μόνο-Έλληνες ξενιτεύονται για να βρουν εργασία και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Οι ηλικιωμένοι βλέπουν τη σύνταξή τους να μειώνεται επικίνδυνα, οι εργαζόμενοι αδυνατούν να καταβάλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές και να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους. Και το χειρότερο από όλα, είναι η άσχημη ψυχολογία, το άγχος, η έλλειψη ελπίδας.


Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές όλοι μας χρειαζόμαστε λίγη ελπίδα, αισιοδοξία και δύναμη, γιατί η Ελλάδα έχει επιβιώσει από πέντε πτωχεύσεις από την γέννηση του νέου ελληνικού κράτους, έχει βγει νικήτρια από δύο παγκοσμίους πολέμους και από δύο βαλκανικούς πολέμους και έχει γεννήσει ήρωες. Βέβαια οι ήρωες αυτοί δεν είναι πάντα πολιτικά πρόσωπα που λαμβάνουν σωστές αποφάσεις, ούτε πλούσιοι βιομήχανοι που βοηθούνε στην ανάπτυξη. Κάποιες φορές οι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι που με μικρές πράξεις ύψιστου μεγαλείου δίνουν το παράδειγμα και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Μια από τις Ελληνίδες ηρωΐδες, είναι και η κυρά της Ρω, μια απλή γυναίκα που έμεινε γνωστή στην ιστορία μόνο και μόνο επειδή κάθε μέρα σχεδόν σε όλη την ζωή της, ύψωνε την ελληνική σημαία. Πολύς κόσμος έχει υψωμένη την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του ή στην αυλή του, και όχι μόνο στην διάρκεια των εθνικών εορτών αλλά καθημερινά. Κανείς άλλος όμως δεν έτυχε να το κάνει αυτό σε ένα μικρό νησάκι που βρίσκεται 5.000 μέτρα από τις τούρκικες ακτές. Κανείς άλλος δεν έζησε μόνος του σε μια βραχονησίδα επί σειρά ετών, κανείς άλλος δεν προστάτευσε τόσο την ελληνική γη μόνο με την παρουσία του και με την απλή -αλλά τόσο συμβολική και ουσιαστική- πράξη της έπαρσης του εθνικού λαβάρου.

Η κυρά της Ρω λεγόταν Δέσποινα Αχλαδιώτη και γεννήθηκε το 1890 και από το 1927 εγκαταστάθηκε μαζί με τον άντρα της, τον Κώστα, στο μικρό νησάκι. Μαζί τους είχαν πάρει και μερικά ζώα για να καλύπτουν τις διατροφικές τους ανάγκες. Οι ελάχιστοι κάτοικοι του νησιού έφευγαν σιγά σιγά λόγω των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών διαβίωσης. Το 1940 ο άντρας της αρρώστησε βαριά και παρά τις προσπάθειές της να επικοινωνήσει με τους κατοίκους του Καστελόριζου ανάβοντας φωτιές, ο Κώστας άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στην βάρκα του. Αμέσως μετά η Δέσποινα Αχλαδιώτη πήρε στο νησάκι της Ρω για να ζήσει μαζί της την τυφλή μητέρα της. Δύο γυναίκες ολομόναχες και απροστάτευτες στη μέση του Αιγαίου. Δίπλα οι Τούρκοι καραδοκούσαν και η Δέσποινα κάθε πρωΐ σήκωνε ψηλά την ελληνική σημαία.

Το 1943 το αντιτορπιλικό «Κουντουριώτης» βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς στο γειτονικό Καστελόριζο. Τρομοκρατημένοι οι ελάχιστοι πλέον κάτοικοι της νήσου έφυγαν είτε για την Κύπρο είτε για τη Μικρά Ασία. Η Δέσποινα όμως έμεινε εκεί δίνοντας τη βοήθειά της στους στρατιώτες του Ιερού Λόχου της Μέσης Ανατολής (ειδικό σώμα που συγκροτήθηκε το 1942 στη Μέση Ανατολή με Έλληνες αξιωματικούς υπό την διοίκηση του Χριστόδουλου Τσιγάντε με σκοπό την απελευθέρωση του Αιγαίου. Οι ιερολοχίτες είχαν διακριθεί για τις καταδρομικές επιχειρήσεις τους τόσο στη Βόρειο Αφρική όσο και στο Αιγαίο.) Οι ιερολοχίτες καθώς και οι σύμμαχοι ενθουσιάστηκαν και μόνο με την ιδέα μιας γυναίκας μόνης στο νησί και έσπευσαν να την συνδράμουν προσφέροντάς της τρόφιμα και αυτή τους βοηθούσε όσο μπορούσε ηθικά και πρακτικά: τους έραβε τα ρούχα, τους συμβούλευε, τους μαγείρευε, τους έδινε κουράγιο να συνεχίσουν τον αγώνα κατά του ναζισμού, τους έδινε καταφύγιο.


Ο πόλεμος τελείωσε, τα Δωδεκάνησα ενώθηκαν επισήμως με την υπόλοιπη Ελλάδα, η Δέσποινα Αχλαδιώτη παρέμεινε ολομόναχη πλέον στο νησάκι της και κάθε μέρα σήκωνε την ελληνική σημαία. Κάποια στιγμή την δεκαετία του 1970 η Δέσποινα αρρώστησε και αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρω, αμέσως οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία και ύψωσαν την τουρκική σημαία στο νησί. Η κυρά της Ρω επέστρεψε και την κατέβασε. Αμέσως μετά το Πολεμικό Ναυτικό πήγε στο Καστελόριζο με ένα αντιτορπιλικό και την παρασημοφόρησε για να τον πατριωτισμό της, η κυρά της Ρω έβγαλε έναν λόγο που τελειώνει με τη φράση: «Ζήτω η Ελλάς». Έκτοτε βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, από τη Βουλή των Ελλήνων, από τον Δήμο Ρόδου και άλλους φορείς.

Το 1982 η κυρά της Ρω, η Δέσποινα Αχλαδιώτη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πάλι το νησί της και να πάει στη Ρόδο, όπου ξεψύχησε στο νοσοκομείο σε ηλικία 92 ετών. Η κηδεία της έγινε δημοσία δαπάνη και το κράτος εκπλήρωσε και τις δύο επιθυμίες της: να ταφεί στο νησί της και να σκεπάσει το μνήμα της η ελληνική σημαία. Η ίδια συνήθιζε να λέει: «Η ζωή στη Ρω δεν είναι βέβαια ευχάριστη αλλά νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, έτσι όπως είσαι χαμένος στο πέλαγος».

Θα μου πείτε τώρα, τι σχέση έχει η η ιστορία της κυράς της Ρω με την σύγχρονη λαίλαπα που βιώνει η Ελλάδα. Και εγώ θα σας πω: υπάρχει μεγαλύτερη λαίλαπα από αυτήν του πολέμου που κανένας μας δεν έζησε; Υπάρχει μεγαλύτερος ηρωϊσμός από αυτόν της απομόνωσης σε μια βραχονησίδα; Από την ημέρα του θανάτου της η νήσος Ρω είναι ακατοίκητη. Κανείς άλλος δεν τόλμησε να πάει να ζήσει εκεί, μακριά από τον «πολιτισμό». Κανείς άλλος δεν ενδιαφέρθηκε να υψώσει την ελληνική σημαία. Και ας σταματήσουν οι φωνές: τι έκανε για μένα η πατρίδα μου! Ας αρχίσουμε επιτέλους να σκεφτόμαστε: τι θα κάνω εγώ για την πατρίδα μου. Ας πάρουμε κουράγιο από την κυρά της Ρω. Έχουμε δυνάμεις μέσα μας που ούτε και οι ίδιοι δεν μπορούμε να φανταστούμε.

Εύη Ρούτουλα

Monday, 5 December 2016

Λησμονημένες Χριστουγεννιάτικες κάρτες

Μέσα σέ σχεδόν λησμονημένους  φακέλους, πού περιέχουν παλιά γράμματα ἀγαπημένων προσώπων, σώζονται καί κάποιες ἑορταστικές,  εὐχετήριες κάρτες, πού στάλθηκαν ἀπό τήν Ἀμερική ἐδῶ καί πενήντα ἤ ἑξήντα χρόνια μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου.


Ἴσως γιά κάποιους αὐτά τά νοσταλγικά τεκμήρια νά μήν ἔχουν καμμία ἀπολύτως σημασία, ἀφοῦ στίς μέρες μας κυκλοφοροῦν πλῆθος ἀπό αὐτές τίς κάρτες, πού εἶναι κάθε εἴδους καί ἀνάλογης χρηματικῆς ἀξίας. Ὅμως αὐτές οἱ παλιές οἱ κάρτες ἔχουν ἄλλο εἰδικό βάρος, γιατί κλείνουν μέσα τους ἀξίες ἐπενδυμένες μέ ὄνειρα καί ἐλπίδες πολλές. Γιατί ὅλ᾿ αὐτά πού εἰκονίζουν, μιλοῦσαν στήν παιδική ψυχή μέ μιά γλώσσα μυστική, γόνιμη καί ντυμένη τήν αἰσιοδοξία: Κάτι δηλαδή πού ἀναφτέρωνε τό εἶναι καί γέμιζε τόν ὕπνο καί τίς μέρες αὐτές τίς γιορταστικές, μέ φαντασία, ἐρωτήματα, ἀλλά καί περιέργεια. Μέ λίγα λόγια, στήν παιδική ψυχή οἱ εἰκόνες πού ἦταν τυπωμένες στό χαρτί, ταξίδευαν τό νοῦ κάπου μακρύτερα ἀπό τό φτωχικό μας τό χωριό, γιά τό ὁποῖο ἦταν  ξένες καί, φυσικά, ἀπρόσιτες. Ὅπως ἀπρόσιτες ἦταν καί σέ μᾶς τά χωριατόπαιδα τῆς δεκαετίας τοῦ 1950. Γιατί τό χωριό μας τότε ἦταν δίχως ἠλεκτρικό, σχεδόν πρωτόγονο, ὡστόσο μέ μιά γνήσια βιοτή πού ὅλες αὐτές οἱ εἰκόνες πού ἔρχονταν ἀπ᾿ ἔξω νά φαίνονται παράξενες, ψεύτικες, εἰκόνες ἑνός ἄλλου κόσμου. Τίς κοιτούσαμε, λοιπόν, μέ ἔκσταση καί φαντασία μεγάλη, γιατί ἔμεῖς στά σπίτια μήτε δέντρα χριστουγεννιάτικα στολίζαμε, μήτε καί δῶρα εἴχαμε νά λάβουμε. Μόνο τά κάλαντα περιμέναμε, γιά νά μαζέψουμε λίγες δραχμές, νά τίς πᾶμε μετά στό σπίτι... Καί νά κρατήσουμε κι ἐμεῖς κανένα πενηνταράκι, νά πάρουμε βόλους καί νά παίξουμε.

Ὅμως οἱ κάρτες ἐκεῖνες εἶχαν κι ἄλλο σκοπό, πολύ τρυφερό, ἀνθρώπινο καί συνάμα νοσταλγικό. Γιατί μ᾿ αὐτές στόλιζαν τά ράφια στό τζάκι ἤ τίς βάζανε στό τραπέζι δίπλα στίς φωτογραφίες τῶν ξενητεμένων, ὥστε νά νομίζουν ὅτι τέτοιες χρονιάρες μέρες εἶναι σιμά τους καί κυκλώνουν τό γιορταστικό τραπέζι... Χώρια πού κάθε Ἁη-Βασιλείου τούς ἀφιερώνεται κουλούρα ἑορταστική, λές καί θά τήν ἔπαιρναν στά χέρια τους. Φυσικά ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμη: Ὅτι μέ τίς κάρτες αὐτές γίνεται γνωστό στούς οἰκείους τοῦ ξενιτεμένου ὅτι δέν τούς λησμόνησε... Τούς ἔχει ἔγνοια.


Τά χρόνια πέρασαν. Τώρα πιά ὅλα ὅσα βλέπαμε τότε σέ κάρτες εἶναι πιά δίπλα μας, στᾶ σπίτια, στᾶ καταστήματα, στούς δρόμους. Ἐκείνη δέ ἡ ἀθωότητα παρῆλθε καί μαζί μ᾿ ἐκείνη καταργήθηκαν κι οἱ κάρτες πού στόλιζαν τά τραπέζια ἤ τή «βγοῦ» στήν παραστιά. Γιατί σήμερα ἐλάχιστοι κρατοῦν τή συνήθεια τῆς ἀποστολῆς ἑορταστικῶν καρτῶν, ἀφοῦ εἴμαστε στήν ἐποχή τῶν λεγομένων e- mail ἤ τῶν ψυχρῶν μηνυμάτων μέσω τῶν φορητῶν τηλεφώνων. Ἑπομένως χάθηκαν καί τά ἔσχατα ἴχνη εὐαισθησίας καί συγκίνησης πού προκαλοῦσαν ἐκεῖνες οἱ ἑόρτιες κάρτες, πού πρέπει νά ὑπενθυμιστεῖ ὅτι ποτέ δὲν ἔφταναν ἄδειες. Ὅλο καί κάποιο δολάριο θά τίς συνόδευε, γιά νά ἀνακουφίσει, ἔστω καί στό ἐλάχιστο τήν οἰκογένεια, ἀλλά καί ἀποτελέσει τήν ἀφορμή γιά κάποιο εὐχετήριο ἀπό μέρους τοῦ παραλήπτη, πού συνήθως ἦταν οἱ γονεῖς: «πέτρα, γιέ μ᾿ νά πιάνεις κι μάλαμα νά γένιτι».

Πῶς, λοιπόν, νά μή συγκινήσουν αὐτές οἱ κάρτες καί, κυρίως, πῶς νά μή φυλαχτοῦν;

π. Κ.Ν. Καλλιανός

Sunday, 4 December 2016

Ελληνικές πόλεις στη Μικρά Ασία

Στον άρχοντα της Ανατολής, που διαφεντεύει εκεί που κάποτε ήταν οι αλησμόνητες Πατρίδες του Ελληνισμού, κι ο οποίος αναφέρεται στα «σύνορα της καρδιάς», εμείς -με ψυχραιμία και νηφαλιότητα- οφείλουμε να του απαντήσουμε ιστορικά.


Κι αυτή η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι άλλη από την παράθεση του χάρτη της Μικράς Ασίας με τις ελληνικότατες πόλεις, που από αρχαιοτάτων χρόνων βρίσκονται σε αυτήν. Και φυσικά όλος ο περίγυρος μυρίζει ελαιόλαδο, σταφύλι, θαλάσσια αρμύρα και γιασεμί!

Saturday, 3 December 2016

Στο Λουγκουζί χτυπά η καμπάνα!

Και περνούν τα χρόνια και πληθαίνουν τα χαμόγελα!

Σαν χθες γέμισε για πρώτη φορά η χούφτα με καραμέλες και από τότε δεν άδειασε ποτέ η καρδιά…


Σαν χθες η πρώτη ξεδιψαστική γουλιά με νερό ζωήρυτον και από τότε δεν στέγνωξε ούτε για λίγο η κολυμπήθρα, δεν ξεθώριασε ούτε ελάχιστα ο χιτώνας ο φωτεινός…

Σαν χθες ένας Σταυρός, σαν του Πατρό-Κοσμά, καρφώθηκε στη γη την ξερική και από τότε δεν έπαψε να ευωδιάζει θυμίαμα και γιασεμί ο τόπος…

Και ο Αη Σπυρίδωνας δεν σταματά ολοένα να έρχεται να καμαρώνει να ευλογεί και να δίνει στους λιόδαρτους μαστόρους τα θαυμαστά τα κεραμίδια του, να ντύσουν με Τριάδα Αγία  την σκεπή του…

Σαν χθες είπαμε για πρώτη φορά μουέλαμπά και Νουέμπαλε νιο και από τότε δεν κόμπιασε ούτε για μια στιγμή η γλώσσα, δεν απόκαμε η ψυχή να νιώθει τη λαχτάρα και την ανάγκη…


Και περνούν τα χρόνια και της χαράς τα δάκρυα μένουν κι αυτά αστέγνωτα, να ποτίζουν τις φυστικιές του Παραδείσου μας...

Και περνούν τα χρόνια και η αγκαλιά μας άκλειστη πια, μοιάζει σαν την καρδιά που πλάτυνε τόσο, που να χωράει μέσα της ένας Θεός ολόκληρος, το σώμα και το αίμα Του…

Και περνούν τα χρόνια και το όνειρο ξύπνησε με τον ήχο απ’ το καμπαναριό του Αη Σπυρίδωνα και έγινε γλυκό, να μοιραστεί σαν δώρο σε Αγίους πλασμένους από χώμα μαύρο μετά το δι’ ευχών…

Βάζει ευλογητός ο Παπά-Γιώργης στο Λουγκουζί!

Σώπασε λίγο ν’ ακούσεις αδελφέ μου την ορθρινή καμπάνα που χτυπά!


Κρύσταλλο φτερωμένο ο ήχος της, διαπερνά όλα τα εμπόδια που στήνει  η άψυχη λογική, όλους τους τοίχους που χτίζει ο άπονος πόνος…

Δυο ζευγάρια μαύρα χεράκια, σαν φτερούγες χερουβίμ, τραβούν τα καμπανόσκοινα.

Σαν τα όνειρά τους ταξιδεύει ο ήχος της Ζωής. Έρχεται και σε πλημμυρίζει με Ανάσταση. Μα δεν είναι πια όνειρο! Είναι αλήθεια που διαλαλείς παντού να φτάσει!

Στο Λουγκουζί χτυπά η καμπάνα!

Νώντας Σκοπετέας
Aποστολή στο Λoυγκουζί της Ουγκάντας